Λήψη από το Hoy

Μέσω του νόμου αριθ. 173/07 για την Αποτελεσματικότητα της Είσπραξης Φόρων, θεσπίστηκε φόρος σε όλες τις μεταβιβάσεις ακινήτων ύψους 3% της εμπλεκόμενης αξίας, ο οποίος, κατά την αντίληψή μας, αποτελεί μάλλον αμοιβή, καθώς αποτελεί αντάλλαγμα για την υπηρεσία που προσφέρεται από το Κράτος, η οποία δεν μπορεί να καταβληθεί από κανέναν ιδιώτη, αναφερόμαστε στην έκδοση του τίτλου που εγγυάται την ακίνητη περιουσία.
Ο αρχικός νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένα τον φορολογούμενο, αλλά τον παρουσιάζει ως ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, από όλες τις πράξεις που παρεμβαίνουν οι Υπεύθυνοι Τίτλων, οι οποίες περιλαμβάνουν «κάθε εκούσια πράξη μεταβίβασης κυριότητας ακίνητης περιουσίας». Αυτός ο νόμος με αριθμό 831 του Μαΐου 1950 δεν ορίζει σαφώς ποιος είναι ο φορολογούμενος, αλλά ο τελευταίος, ο οποίος αύξησε τον φόρο στο αναφερόμενο τρία τοις εκατό, αναφέρει μόνο την υποχρέωση.
Μέσω του Κανονισμού 08/2014, η DGII θέσπισε το καθεστώς απαλλαγής, σύμφωνα με το οποίο εντός έξι μηνών ο πωλητής πρέπει να εξοφλήσει το ακίνητο που πωλήθηκε υπό την ποινή της καταβολής όλων των φόρων, και ορίζει επίσης ότι ο φορολογούμενος θα είναι αυτός στο όνομα του οποίου εμφανίζεται καταχωρημένο το ακίνητο.
Συνεπώς, η DGII δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποδώσει οποιαδήποτε ευθύνη σε τρίτους, δεδομένου ότι έχει διαπιστωθεί ότι μόνο ο αγοραστής ευθύνεται εάν δεν έχει καταβάλει το 3% εντός έξι μηνών από την πράξη της πώλησης ή ο πωλητής εάν εντός της περιόδου αυτής δεν έχει εκποιήσει το απαλλοτριωμένο ακίνητο.
Θα μας εξέπληττε αν η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Φόρων αρνούνταν την αποδοχή των νόμων περί Διαφάνειας και Αναπροσαρμογής Περιουσιακών Στοιχείων και Φορολογικής Αμνηστίας, ισχυριζόμενη ότι υπήρχαν εκκρεμείς πληρωμές από τρίτους.




