ΣΑΝΤΟ ΝΤΟΜΙΝΓΚΟ- Το Εθνικό Γραφείο Σεισμικής Αξιολόγησης και Τρωτότητας Υποδομών και Κτιρίων (Onesvie) ανακοίνωσε την ενημέρωση και την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Μείωσης του Σεισμικού Κινδύνου για τη Δομινικανή Δημοκρατία, το οποίο στοχεύει στην παροχή στρατηγικής καθοδήγησης στις αρχές και τους θεσμούς σε διαφορετικά εδαφικά επίπεδα και στην κοινωνία των πολιτών γενικότερα.
Το σχέδιο επιδιώκει επίσης να μειώσει τους παράγοντες κινδύνου ενόψει σεισμικών απειλών και να προωθήσει τη βελτίωση των ικανοτήτων αντίδρασης και αποκατάστασης, καθώς και την ανθεκτικότητα των κοινοτήτων που ενδέχεται να επηρεαστούν από τις δυσμενείς επιπτώσεις ενός σεισμού.
Οι γραμμές δράσης εντάσσονται στις προτεραιότητες του Πλαισίου Σεντάι για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών, προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμόνισή τους με τα διάφορα μέσα σε εθνικό επίπεδο και σε διεθνές πλαίσιο.
«Πρόκειται για ένα εργαλείο σχεδιασμού που καθοδηγεί δράσεις για τη βελτίωση της γνώσης, τη μείωση των παραγόντων τρωτότητας και την ενίσχυση των ικανοτήτων σε όλους τους τομείς ανάπτυξης, προκειμένου να μειωθεί ο πιθανός αντίκτυπος των σεισμικών γεγονότων στη Δομινικανή Δημοκρατία», δήλωσε ο Leonardo Reyes Madera, γενικός διευθυντής της Onesvie.
Η εφαρμογή του σχεδίου περιελάμβανε τη συμμετοχή και την τεχνική υποστήριξη σημαντικών ειδικών και ιδρυμάτων, τόσο εθνικών όσο και διεθνών, συμπεριλαμβανομένων των: Inka Mattila, εκπροσώπου του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), Xavier Hernández, αναπληρωτή μόνιμο εκπροσώπου του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), María Eugenia Morales, υπεύθυνης προγράμματος, Μονάδα Περιβαλλοντικής Βιωσιμότητας και Ανθεκτικότητας, Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), Ana María Pérez C., συμβούλου διαχείρισης κινδύνων, Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), και Marco Antonio Giraldo, διεθνούς συμβούλου διαχείρισης κινδύνων, Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP).
Πεδίο εφαρμογής του σχεδίου
Το πεδίο εφαρμογής του σχεδίου βασίζεται στον προσδιορισμό προγραμμάτων, υποπρογραμμάτων και έργων που συνδέονται μεταξύ τους, γεγονός που μεταφράζεται στην αλληλεξάρτηση των δράσεων, τη συμπληρωματικότητά τους και τη συνάφεια μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης με επίκεντρο τη διαχείριση κινδύνων.
Από πρακτικής άποψης, το πεδίο εφαρμογής του σχεδίου έχει ως εξής: να κατευθύνει τη θεσμική δράση με σκοπό τη μείωση των κινδύνων από σεισμικά φαινόμενα και να διευκολύνει την ετοιμότητα για καταστροφές αυτού του είδους, να θεσπίσει προγραμματικές γραμμές που μπορούν να έχουν συνέχεια βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ορίζοντας με ενδεικτικό τρόπο ορισμένες προτεραιότητες παρέμβασης.
Με την ίδια σειρά, δημιουργήστε δεσμούς μεταξύ των διαφόρων φορέων εδαφικής ανάπτυξης, οι οποίοι έχουν ως μέρος της ευθύνης τους την προστασία του πληθυσμού και των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, διασφαλίζοντας μια λογική σειρά στην εφαρμογή των δράσεων, κατά τρόπο που να διατηρείται το όραμα του συστήματος και η ολοκλήρωση των διαδικασιών.
Το Εθνικό Σχέδιο για τη Μείωση του Σεισμικού Κινδύνου συνδέεται στενά με τις κατευθυντήριες γραμμές του Εθνικού Συστήματος Πρόληψης, Μετριασμού και Αντιμετώπισης Καταστροφών (Νόμος 147-02), σεβόμενο σε όλα τα στοιχεία του τις αρχές της εθνικής πολιτικής διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, διαρθρώνεται σε πολλά από τα στοιχεία του με τις δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν από το Σύστημα, το οποίο δημιουργήθηκε με τον Νόμο 498-06.
Το σχέδιο είναι στενά συνδεδεμένο σε όλο το περιεχόμενό του και είναι οργανικά και λειτουργικά ενσωματωμένο με το Εθνικό Σχέδιο για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών (2017 – 2030). Προκειμένου να διευκολυνθεί ο συντονισμός των δράσεων και να δημιουργηθούν άμεσες συνδέσεις μεταξύ των δύο σχεδίων, οι προγραμματικοί άξονες έχουν ενοποιηθεί με το Εθνικό Σχέδιο για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών.
Συνδέεται επίσης και συμβάλλει σε στοιχεία της Εθνικής Στρατηγικής Ανάπτυξης 2010-2030, στον στρατηγικό της στόχο 4, που σχετίζεται με τη βιώσιμη διαχείριση του περιβάλλοντος και την επαρκή προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή · συγκεκριμένα στον γενικό στόχο της αριθμό δύο, που σχετίζεται με την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εθνικού συστήματος ολοκληρωμένης διαχείρισης κινδύνων, με ενεργό συμμετοχή των κοινοτήτων.
Όσον αφορά το ζήτημα της ετοιμότητας και της αντιμετώπισης καταστροφών, αυτό σχετίζεται άμεσα με το Εθνικό Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης και το Εθνικό Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης για Σεισμούς, τα οποία χρησιμεύουν ως καθοδήγηση για το Κέντρο Επιχειρήσεων Έκτακτης Ανάγκης (COE).
Θεσμικές πτυχές:
Το Εθνικό Σύστημα Πρόληψης, Μετριασμού και Αντιμετώπισης Καταστροφών περιλαμβάνει διάφορους συντονιστικούς φορείς που θα διαδραματίσουν θεμελιώδη ρόλο στον συντονισμό και την εφαρμογή των προγραμμάτων στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Μείωσης του Σεισμικού Κινδύνου. Αυτοί οι φορείς είναι οι εξής: Η Εθνική Επιτροπή Έκτακτης Ανάγκης (ΕΕΠ): Αποτελείται από αξιωματούχους που διορίζονται από τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Πρόληψης, Μετριασμού και Αντιμετώπισης Καταστροφών.
Το Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας (CNE) διαθέτει μια μόνιμη τεχνική ομάδα αποτελούμενη από εξειδικευμένους υπαλλήλους, για να κατευθύνει και να καθοδηγεί τους τομείς της τεχνικής, επιστημονικής, οικονομικής, χρηματοοικονομικής, κοινοτικής, νομικής και θεσμικής μελέτης, προκειμένου να βοηθήσει στη διαμόρφωση και προώθηση των πολιτικών και των αποφάσεων του Εθνικού Συμβουλίου.
Επίσης, η Εθνική Τεχνική Επιτροπή για την Πρόληψη και τον Μετριασμό των Κινδύνων (CTN): Λειτουργεί ως συμβουλευτικό και συντονιστικό όργανο για δραστηριότητες μείωσης των κινδύνων, υπό την Εθνική Επιτροπή Εκτάκτων Αναγκών. Το Κέντρο Επιχειρήσεων Έκτακτης Ανάγκης (COE): Λειτουργεί ως συντονιστικό όργανο για την ετοιμότητα και την αντιμετώπιση καταστροφών.
Εκσυγχρονίζω
Η επικαιροποίηση του Εθνικού Σχεδίου Μείωσης Σεισμικού Κινδύνου πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια:
Θεσμική Διαβούλευση: Αντιστοιχεί στη διαδικασία διαβούλευσης με τους διάφορους φορείς που συνδέονται με το θέμα του σεισμικού κινδύνου, τους οποίους συντόνισε η Σεισμική Στρογγυλή Τράπεζα, υπό τον συντονισμό του Onesvie, ως φορέα διευκόλυνσης/συντονισμού των δραστηριοτήτων θεσμικής συνάρθρωσης και συζήτησης και ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων φορέων κυβερνητικής και μη κυβερνητικής φύσης, με στόχο την αναθεώρηση και την ενημέρωση των στρατηγικών γραμμών, προγραμμάτων και έργων που περιέχονται στο σχέδιο.




